Ίλιγγος – υπάρχει λύση!

kyklos

Ο ίλιγγος 

Ο ίλιγγος είναι το πιο συχνό σύμπτωμα προσέλευσης ενός ασθενούς στον ιατρό. Αν θα θέλαμε να δώσουμε έναν ορισμό αυτής της κατάστασης, θα λέγαμε ότι είναι η ψευδαίσθηση της κίνησης, που βιώνει ο ασθενής και αφορά είτε το σώμα του, είτε το περιβάλλον. Στην πρώτη περίπτωση ο ασθενής αισθάνεται μία τάση για περιστροφή, ώθηση, τάση για πτώση ή αιώρηση του σώματος προς όλες τις κατευθύνσεις ενώ στη δεύτερη περίπτωση ο ασθενής έχει την ψευδαίσθηση μεταβολής ή κίνησης ενός σταθερού κατά τα άλλα περιβάλλοντος, ενώ ο ίδιος παραμένει ακίνητος. Οι ασθενείς συχνά περιγράφουν τον ίλιγγο ως αίσθημα ζάλης, ναυτίας (που ενδεχομένως συνοδεύεται και από τάση προς εμετό), αίσθημα “σαν μέθη”, αστάθεια στο βάδισμα, “αβεβαιότητα”, ενδεχομένως σε σκοτεινό περιβάλλον  ή ”ανισσοροπία”. Χωρίς αμφιβολία, ο ίλιγγος είναι σύμπτωμα συχνά εξουθενωτικό για τον ασθενή, συνοδεύεται συχνά από έντονο άγχος κι αίσθημα αβεβαιότητας κι επιβαρύνει στην εμμένουσα μορφή του την ποιότητα της καθημερινής ζωής

Πού οφείλεται ο ιλιγγος;

Καθώς μία πλειάδα οργάνων και συστημάτων του οργανισμού συμμετέχει στη λειτουργία της ισορροπίας (εγκέφαλος, λαβύρινθος, μάτια, μυοσκελετικό σύστημα), η αιτιολογία του ιλίγγου είναι πολύπλοκη και η διερεύνηση της απαιτεί ενδελεχή έλεγχο πολλών οργάνων και σίγουρα συνεργασία πολλών ιατρικών ειδικοτήτων. Είναι σημαντικό να τονιστεί η εμπλοκή του ψυχογενούς παράγοντα είτε στην αιτία του ιλίγγου καθεαυτού είτε σε δεύτερο στάδιο όταν η οργανική αιτία του ιλίγγου δεν αντιμετωπιστεί επαρκώς. 

Tέλος δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ένας μεγάλος αριθμός ευρέως συνταγογραφούμενων φαρμάκων μπορεί να προκαλέσει ίλιγγο: Αντιυπερτασικά (μετοπρολόλη, ραμιπρίλη, καντεσαρτάνη), διουρητικά (φουροσεμίδη, τορασεμίδη), αντικαταθλιπτικά, αντιψυχωσικά ακόμη κι “αθώα”  ηρεμιστικά ευθύνονται για τα συμπτώματα αυτά, ενώ είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι και τα φάρμακα κατά της ναυτίας (π.χ. διμενυδρινάτη) μπορούν επίσης να προκαλέσουν ζάλη! Επομένως η λήψη ενός λεπτομερούς ιστορικού κι η αφιέρωση επαρκούς χρόνου στη διερεύνηση του ασθενούς με ιλιγγο είναι πρωτεύουσας σημασίας.

Σε κάθε περίπτωση είναι σημαντική η διάκριση μεταξύ κεντρικού και περιφερικού ιλίγγου. Ο πρώτος οφείλεται σε βλάβες του κεντρικού νευρικού συστήματος (για παράδειγμα σκλήρυνση κατά πλάκας, εγκεφαλίτιδα, αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια, όγκοι, αποστήματα εγκεφάλου-παρεγκεφαλίδας κ.α.). Συνηθέστερα όμως ο ίλιγγος είναι περιφερικής αιτιολογίας και οφείλεται σε παθήσεις του οργάνου της ισορροπίας που βρίσκεται στο εσωτερικό του αυτιού (λαβύρινθος και αιθουσαία νεύρα). Επομένως η λεπτομερής νευροωτολογική εξέταση από ειδικό Ωτορινολαρυγγολόγο είναι το Α και το Ω της προσέγγισης του ασθενούς με ίλιγγο.

Πως εξετάζει ο Ωτορινολαρυγγολόγος τον ασθενή με ίλιγγο;

H εξέταση γίνεται καταρχήν με τη λεπτομερή λήψη ιστορικού, με μία απλή εξέταση των αυτιών με το μικροσκόπιο (ωτομικροσκόπηση) και με μία εξέταση της ακοής στο ιατρείο Στη συνέχεια ακολουθεί η εξέταση με τα ειδικά γυαλιά Frenzel, που καταργούν την οπτική προσήλωση και επιτρέπουν τη μεγιστοποίηση των αντανακλαστικών κινήσεων των ματιών (“νυσταγμός”) που συνοδεύουν τις παθήσεις του λαβυρίνθου. H εξέταση του είδους του νυσταγμού (κινήσεις που τον προκαλούν, φορά, διάρκεια) θα κατευθύνει την διαγνωστική σκέψη προς συγκεκριμένη κατεύθυνση. Μία σειρά συγκεκριμένων κλινικών δοκιμασιών (Halmagyi, Romberg, Unterberger) είναι απαραίτητη για τη διάγνωση.

Με ποιες αιτίες του ιλίγγου ασχολείται ο Ωτορινολαρυγγολόγος;  

kyklos

Αντικείμενο του Ωτορινολαρυγγολόγου είναι ο περιφερικός ίλιγγος, ο οποίος στην κλασσική μορφή του (ωστόσο όχι πάντα) συνοδεύεται από ναυτία, εμέτους, μονόπλευρη απώλεια ακοής ή και βουητό. 

Περιφερικός ίλιγγος  

Οι πιο κοινές αιτίες περιφερικού ιλίγγου είναι:

Καλοήθης παροξυσμικός ίλιγγος θέσης (BPPV): Χαρακτηριστικό σύμπτωμα είναι τα σύντομα επεισόδια ιλίγγου (λιγότερο από 30 δευτερόλεπτα), όταν αλλάζει απότομα η θέση της κεφαλής (στροφή κεφαλής στην ύπτια θέση του σώματος στο κρεβάτι, σήκωμα από το κρεβάτι, απότομο σκύψιμο). Ο ίλιγγος θέσεως οφείλεται στην παθολογική μετακίνηση μικροσκοπικών κρυστάλλων ανθρακικού ασβεστίου, των ωτολίθων, μέσα στο υγρό που γεμίζει τον λαβύρινθο (έσω λέμφος). Φυσιολογικά οι ωτόλιθοι είναι εγκατεστημένοι στο ελλειπτικό κυστίδιο του έσω ωτός και δημιουργούν συμπτώματα όταν μετατοπίζονται στους ημικύκλιους σωλήνες του λαβυρίνθου. Ο ίλιγγος υποχωρεί, όταν οι ωτόλιθοι σταματήσουν να κινούνται ή επανέλθουν στην θέση τους. Η διάγνωση του ιλίγγου θέσεως γίνεται με τη δοκιμασία Dix-Hallpike και τη βοήθεια των γυαλιών Frenzel και η θεραπεία του συνίσταται σε ειδικούς χειρισμούς και κινήσεις της κεφαλής ως προς το σώμα του ασθενούς, που πραγματοποιεί ο ιατρός, ανάλογα με τον ημικύκλιο σωλήνα που πάσχει (π.χ. χειρισμοί Epley και Semont για τον οπίσθιο ημικύκλιο σωλήνα, χειρισμός “barbecue” κατά Lempert για τον οριζόντιο ημικύκλιο σωλήνα, ανάστροφος χειρισμός Epley για τον πρόσθιο ημικύκλιο σωλήνα), σε συγκεκριμένα μέτρα συμπεριφοράς και ασκήσεις στο σπίτι για διάστημα δύο εβδομάδων.
Αιθουσαία νευροπάθεια (Neuropathia vestibularis): Πρόκειται για πιθανολογούμενη φλεγμονή του αιθουσαίου νεύρου άγνωστης μέχρι σήμερα αιτιολογίας. Χαρακτηρίζεται στην τυπική της μορφή από αιφνίδια εισβολή ιδιαίτερα έντονου περιστροφικού ιλίγγου (“καρουζέλ”), που συνοδεύεται από εμέτους και επιδεινώνεται με την κίνηση της κεφαλής. Συνήθως, διαρκεί από ώρες, έως λίγες ημέρες. H διάγνωση στηρίζεται στη λήψη λεπτομερούς ιστορικού και σε μία λεπτομερή εξέταση του οργάνου της ισορροπίας. Η θεραπεία συνιστάται στη χορήγηση αντιεμετικών ουσιών και κορτικοστεροειδών με σκοπό την καταπράυνση των συμπτωμάτων και στην έγκαιρη έναρξη συγκεκριμένων ασκήσεων με σκοπό την αποκατάσταση της ισορροπίας (“vestibular training”) και της λειτουργικότητας του ασθενούς.
Νόσος Meniere: Είναι περιοδική νόσος και παρουσιάζει εξάρσεις και υφέσεις. Η αιτιολογία της δεν είναι γνωστή. Σε επίπεδο παθοφυσιολογίας, χαρακτηρίζεται από αύξηση της ενδολέμφου και διάταση του υμενώδους λαβυρίνθου, γι αυτό και ονομάζεται και ενδολεμφικός ύδρωπας. Τα επεισόδια περιστροφικού ιλίγγου διάρκειας από 30 λεπτά έως 24 ώρες συνοδεύονται από βαρηκοΐα (η οποία αφορά αρχικά στις χαμηλές συχνότητες και παρουσιάζει διακυμάνσεις με επιδείνωση κατά τη διάρκεια των επεισοδίων και βελτίωση μετά το πέρας του), βουητό  και αίσθημα πληρότητας του αυτιού. Με το χρόνο και μετά από επαναλαμβανόμενες προσβολές, η βαρηκοΐα επιδεινώνεται σταδιακά και μπορεί να καταλήξει σε λειτουργική κώφωση. Η θεραπεία συνιστάται αρχικά στη χορήγηση φαρμακευτικών ουσιών με σκοπό την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων στην οξεία φάση (π.χ. αντιεμετικά, κορτικοστεροειδή) και την πρόληψη επανεμφάνισης ή την ελάττωση της συχνότητας των κρίσεων (π.χ. υδροχλωρική βηταϊστίνη) ή απαιτεί την εφαρμογή ειδικών θεραπειών. Επί εμμένουσας νόσου και εγκατεστημένης κώφωσης μπορεί να συζητηθεί η ενδοτυμπανική χορήγηση γενταμυκίνης, μίας ωτοτοξικής ουσίας που “καταργεί” λειτουργικά το όργανο της ισορροπίας που πάσχει,ι με σκοπό την πρόληψη περαιτέρω επεισοδίων.

Αιθουσαία ημικρανία: η “γνωστή άγνωστη” αιτία ιλίγγου  

Η αιθουσαία ημικρανία είναι μια ειδική μορφή ημικρανίας, η οποία είναι γνωστή στον κλάδο της νευρολογίας ήδη από τη δεκαετία του 1980. Στην κλινική πράξη του Ωτορινολαρυγγολόγου η πάθηση δεν είναι και τόσο σπάνια καθώς κάθε δέκατος ασθενής με ίλιγγο μπορεί να πάσχει από αυτήν. Στην αιθουσαία ημικρανία τα επεισόδια ημικρανίας συνοδεύονται από ίλιγγο και ναυτία με ποικίλουσα χρονική συσχέτιση. Σε κάποιες περιπτώσεις αιθουσαίας ημικρανίας ο πονοκέφαλος μπορεί να απουσιάζει με τον ίλιγγο να αποτελεί το κύριο ή και το μοναδικό σύμπτωμα! Στην κλασική μορφή της πάθησης ο ημικρανικός πονοκέφαλος (σφύζουσα κεφαλαλγία, διάρκειας από 4 εώς 72 ώρες, φωτοφοβία, ηχοφοβία, με επιδείνωση στη σωματική δραστηριότητα, λήψη συγκεκριμένων τροφών κι ενίοτε “αύρα”) συνοδεύεται από ίλιγγο ποικίλης μορφής (περιστροφικός ίλιγγος, αίσθημα ζάλης ή ναυτία που εκλύεται από οπτικά ερεθίσματα). 

Η διάγνωση δεν είναι εύκολη, καθώς η νόσος δεν έχει χαρακτηριστικά συμπτώματα, κι απαιτεί εμπειρία και γνώση της νόσο. Στηρίζεται στη λεπτομερή λήψη ιστορικού και στον αποκλεισμό όλων των άλλων αιτίων ιλίγγου. 

Η θεραπεία συνίσταται στην αποφυγή τυχόν εκλυτικών παραγόντων και στη χορήγηση φαρμακευτικών ουσιών με σκοπό την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων στην οξεία φάση (κατασταλτικά του λαβυρίνθου, βενζοδιαζεπίνες, τρυπτάνες) και την πρόληψη επόμενων επεισοδίων (π.χ. μετοπρολόλη).

Ίλιγγος και παιδί

Η ζάλη και οι διαταραχές της ισορροπίας δεν είναι σπάνιες σε παιδιά. Ωστόσο, η συχνότητα των αιτίων διαφέρει σημαντικά σε σχέση με τους ενήλικες. Μετά τον αποκλεισμό της ορθοστατικής υπότασης και ψυχογενών αιτίων, η αιθουσαία ημικρανία είναι πολύ συχνή σε αυτή την ηλικιακή ομάδα και αντιπροσωπεύει περίπου το 50% των διαγνώσεων. Όχι σπάνια είναι στην κατηγορία αυτή η αιθουσαία νευροπάθεια μετά από οξεία λαβυρινθίτιδα ως συνέπεια μίας οξείας μέσης ωτίτιδας. Στις περισσότερες περιπτώσεις η αιτία μπορεί να εντοπιστεί μέσω της λήψης ιστορικού και χωρίς τη πραγματοποίηση πολύπλοκων και κουραστικών για το παιδί πρόσθετων εξετάσεων. Τα καλά νέα είναι ότι οι πιο κοινές αιτίες ζάλης στα παιδιά είναι” αθώες”, έχουν μια καλοήθη πορεία και μπορούν να αντιμετωπιστούν επιτυχώς και σε σύντομο χρονικό διάστημα.

"PPPD": Όταν η ζάλη επιμένει...

Η επίμονη ζάλη και η αστάθεια είναι συμπτώματα που μπορεί να επηρεάσουν σημαντικά την καθημερινότητα ενός ανθρώπου. Συχνά, μάλιστα, εμφανίζονται σε ασθενείς που έχουν ήδη περάσει ένα επεισόδιο ιλίγγου ή κάποια άλλη διαταραχή του αιθουσαίου συστήματος και ελπίζουν, εύλογα, ότι με την πάροδο του χρόνου η ισορροπία τους θα επανέλθει πλήρως. Σε αρκετές περιπτώσεις αυτό δεν συμβαίνει. Ο αρχικός ίλιγγος μπορεί να έχει υποχωρήσει, οι εξετάσεις να είναι πλέον φυσιολογικές και, παρ’ όλα αυτά, ο ασθενής να εξακολουθεί να αισθάνεται ότι «δεν πατάει καλά», ότι το έδαφος κινείται ή ότι ζαλίζεται όταν περπατά, όταν βρίσκεται σε ένα πολυσύχναστο περιβάλλον ή όταν κινείται γρήγορα το κεφάλι του. 

Μία από τις καταστάσεις που μπορούν να εξηγήσουν αυτή την εικόνα είναι η Επίμονη Ζάλη που σχετίζεται με τη Στάση και την Αντίληψη, γνωστή διεθνώς ως Persistent Postural-Perceptual Dizziness (PPPD ή 3PD).

Η PPPD είναι πλέον αναγνωρισμένη λειτουργική αιθουσαία διαταραχή. Δεν αποτελεί «φανταστική» πάθηση και δεν σημαίνει ότι ο ασθενής υπερβάλλει ή ότι τα συμπτώματά του είναι απλώς αποτέλεσμα άγχους. Αντίθετα, πρόκειται για μία διαταραχή στον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος χρησιμοποιεί και συνδυάζει τις πληροφορίες που λαμβάνει από το αιθουσαίο σύστημα, την όραση και την αίσθηση της θέσης και της κίνησης του σώματος.

Πώς εκδηλώνεται;

Η PPPD δεν έχει ακριβώς την ίδια μορφή σε όλους τους ασθενείς. Το συχνότερο σύμπτωμα δεν είναι απαραίτητα ο περιστροφικός ίλιγγος. Πολύ συχνότερα περιγράφεται ως αστάθεια, αίσθηση ότι το έδαφος κινείται, «σαν να περπατάω σε πλοίο», θολούρα ή αίσθηση αποπροσανατολισμού. Ένα χαρακτηριστικό στοιχείο είναι ότι τα συμπτώματα επιμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα και εμφανίζονται τις περισσότερες ημέρες, συνήθως για τουλάχιστον τρεις μήνες.

Παράλληλα, υπάρχουν ορισμένες καταστάσεις που συνήθως κάνουν τη ζάλη πιο έντονη. Ο ασθενής μπορεί να αισθάνεται χειρότερα όταν στέκεται ή περπατά, όταν κινεί το κεφάλι ή το σώμα του και ιδιαίτερα όταν βρίσκεται σε περιβάλλον με πολλά οπτικά ερεθίσματα.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι το σούπερ μάρκετ, ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο, ένας σταθμός, ένας πολυσύχναστος δρόμος ή ένας χώρος με πολλά κινούμενα αντικείμενα. Ακόμη και η παρατεταμένη χρήση οθονών μπορεί σε ορισμένους ανθρώπους να προκαλεί ή να εντείνει τα συμπτώματα.

Αυτό το ιδιαίτερο «οπτικό» στοιχείο είναι πολύ χαρακτηριστικό. Ο ασθενής μπορεί να αισθάνεται σχετικά καλά σε ένα ήσυχο δωμάτιο και να δυσκολεύεται σημαντικά όταν βρεθεί σε ένα περιβάλλον με πολλά οπτικά ερεθίσματα.

Γιατί μπορεί να συμβεί αυτό;

Στην καθημερινή μας ζωή, η ισορροπία δεν εξαρτάται από ένα μόνο αισθητήριο όργανο. Ο εγκέφαλος δέχεται συνεχώς πληροφορίες από το έσω αυτί, τα μάτια, τους μύες και τις αρθρώσεις και τις συνδυάζει, ώστε να γνωρίζει πού βρίσκεται το σώμα μας και πώς κινείται.

Όταν συμβεί ένα επεισόδιο έντονου ιλίγγου ή μία διαταραχή του αιθουσαίου συστήματος, ο εγκέφαλος χρειάζεται να προσαρμοστεί. Για ένα χρονικό διάστημα είναι φυσιολογικό να βασίζεται περισσότερο στην όραση και να αυξάνει την προσοχή του στην ισορροπία. Στους περισσότερους ανθρώπους αυτή η προσαρμογή υποχωρεί όταν περάσει το αρχικό πρόβλημα. Σε ορισμένους, όμως, το σύστημα παραμένει σε μία κατάσταση αυξημένης «επαγρύπνησης». Η κίνηση, η όρθια θέση και τα οπτικά ερεθίσματα εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται ως κάτι που χρειάζεται υπερβολικό έλεγχο. Έτσι μπορεί να δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος: η ζάλη προκαλεί μεγαλύτερη προσοχή στην ισορροπία, η αυξημένη προσοχή κάνει τον ασθενή πιο ευαίσθητο στην κίνηση και η αυξημένη ευαισθησία οδηγεί με τη σειρά της σε περισσότερη ζάλη.

Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους ένας ασθενής μπορεί να εξακολουθεί να έχει έντονα συμπτώματα ακόμη και όταν η αρχική αιτία της ζάλης έχει πλέον αντιμετωπιστεί.

Η PPPD δεν είναι «όλα στο μυαλό»!

Πρόκειται ίσως για μία από τις σημαντικότερες διευκρινίσεις που χρειάζεται να γίνουν. Η PPPD δεν είναι ψυχιατρική πάθηση και δεν σημαίνει ότι ο ασθενής «φαντάζεται» τη ζάλη του. Το γεγονός ότι η λειτουργία του εγκεφάλου επηρεάζεται από την προσοχή, το στρες, τον φόβο και τις προηγούμενες εμπειρίες ζάλης δεν κάνει το σύμπτωμα λιγότερο πραγματικό.

Το άγχος μπορεί να επιδεινώσει τη ζάλη, όπως άλλωστε συμβαίνει και με πολλά άλλα συμπτώματα. Μπορεί επίσης να δημιουργηθεί φόβος ότι η ζάλη θα εμφανιστεί ξανά. Ο ασθενής αρχίζει τότε να αποφεύγει τις κινήσεις ή τις δραστηριότητες που θεωρεί ότι θα τον ζαλίσουν. Η αποφυγή, όμως, μπορεί να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη ευαισθησία στην κίνηση.

Για τον λόγο αυτό, όταν χρησιμοποιούνται τεχνικές όπως η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία, ο στόχος δεν είναι να «πειστεί» ο ασθενής ότι δεν έχει κάτι. Στόχος είναι να σπάσει αυτός ο φαύλος κύκλος και να αποκατασταθεί σταδιακά η φυσιολογική σχέση του ασθενούς με την κίνηση και τα συμπτώματα.

Πώς γίνεται η διάγνωση;

Η διάγνωση της PPPD είναι κυρίως κλινική. Δεν υπάρχει μία συγκεκριμένη εξέταση αίματος ή μία μαγνητική τομογραφία που να μπορεί από μόνη της να επιβεβαιώσει τη διάγνωση. Χρειάζεται προσεκτικό ιστορικό και αξιολόγηση της συμπτωματολογίας, της ισορροπίας, της οφθαλμοκινητικότητας και, όπου χρειάζεται, του αιθουσαίου και ακουστικού συστήματος.

Ανάλογα με την περίπτωση μπορεί να χρειαστούν εξειδικευμένες εξετάσεις, όπως ακουολογικός έλεγχος, vHIT, VNG, θερμικές δοκιμασίες ή άλλες εξετάσεις αιθουσαίας λειτουργίας. Σε ορισμένους ασθενείς μπορεί να χρειαστεί και απεικονιστικός έλεγχος. Σκοπός δεν είναι απλώς να «βρούμε την PPPD». Είναι εξίσου σημαντικό να αποκλείσουμε ή να εντοπίσουμε άλλες αιτίες ζάλης. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή η PPPD μπορεί να συνυπάρχει με μία άλλη αιθουσαία διαταραχή. Για παράδειγμα, ένας ασθενής μπορεί να έχει ιστορικό καλοήθους παροξυσμικού ιλίγγου θέσης, αιθουσαίας ημικρανίας ή νόσου Ménière και παράλληλα να έχει αναπτύξει PPPD. Επομένως, η διάγνωση της PPPD δεν σημαίνει ότι πρέπει να σταματήσει η αναζήτηση μιας άλλης ενεργού αιτίας, όταν υπάρχουν στοιχεία που την υποστηρίζουν.

Πώς αντιμετωπίζεται το PPPD;

Η θεραπεία της PPPD χρειάζεται να είναι εξατομικευμένη. Σημαντικό μέρος της αντιμετώπισης είναι αρχικά να κατανοήσει ο ασθενής τι του συμβαίνει. Η σωστή ενημέρωση μειώνει συχνά τον φόβο και βοηθά τον ασθενή να συμμετέχει ενεργά στη θεραπεία. Κομβικής σημασίας ρόλο έχει η αιθουσαία αποκατάσταση. Πρόκειται για ένα εξατομικευμένο πρόγραμμα ασκήσεων που έχει ως στόχο να βελτιώσει την προσαρμογή του συστήματος ισορροπίας και να μειώσει την υπερευαισθησία στην κίνηση και στα οπτικά ερεθίσματα.

Ένα δεύτερο σημαντικό στοιχείο είναι η σταδιακή επανέκθεση στον εκλυτικό παράγοντα του αισθήματος της ζάλης. Εάν, για παράδειγμα, το σούπερ μάρκετ προκαλεί έντονη ζάλη, ο στόχος δεν είναι απαραίτητα να αποφεύγεται επ’ αόριστον. Με σωστό σχεδιασμό μπορεί να γίνει σταδιακή επανεκπαίδευση, ώστε ο εγκέφαλος να μάθει ξανά να διαχειρίζεται το συγκεκριμένο οπτικό περιβάλλον. Το ίδιο ισχύει για την κίνηση του κεφαλιού, τη βάδιση, την οδήγηση ή άλλες δραστηριότητες που έχουν αρχίσει να αποφεύγονται.

Χρειάζονται φάρμακα;

Σε ορισμένους ασθενείς μπορεί να χρησιμοποιηθεί φαρμακευτική αγωγή, κυρίως με φάρμακα της κατηγορίας των SSRI ή SNRI. Η απόφαση αυτή είναι εξατομικευμένη. Δεν χρειάζονται όλοι οι ασθενείς φάρμακο και η επιλογή του σκευάσματος και της διάρκειας θεραπείας πρέπει να γίνεται από τον θεράποντα ιατρό. Τα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν ότι ο συνδυασμός φαρμακευτικής αγωγής με αιθουσαία αποκατάσταση μπορεί να είναι αποτελεσματικός σε αρκετούς ασθενείς.

Πρέπει να αποφεύγω την κίνηση;

Σε καμία περίπτωση! Αυτό είναι ένα από τα σημεία που συχνά χρειάζεται να εξηγηθούν με υπομονή: Όταν μία συγκεκριμένη κίνηση προκαλεί ζάλη, η φυσική αντίδραση είναι να την αποφεύγουμε. Όμως η συνεχής αποφυγή μπορεί να διατηρήσει ή να ενισχύσει την ευαισθησία του συστήματος. Η σωστή προσέγγιση είναι συνήθως η σταδιακή επανένταξη στην κίνηση, σε επίπεδο που ο ασθενής μπορεί να ανεχθεί με ασφάλεια.  Η αποκατάσταση είναι προοδευτική και εξατομικευμένη.

Πόσο καιρό χρειάζεται για να βελτιωθώ;

Η πορεία της νόσου διαφέρει σημαντικά από άνθρωπο σε άνθρωπο. Σε κάποιους ασθενείς η βελτίωση είναι σχετικά γρήγορη. Σε άλλους χρειάζεται περισσότερος χρόνος, ιδιαίτερα όταν η ζάλη έχει εγκατασταθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα ή συνυπάρχει με άλλη αιθουσαία διαταραχή. Είναι επίσης συνηθισμένο η πορεία να μην είναι απολύτως γραμμική. Μπορεί να υπάρχουν ημέρες που ο ασθενής αισθάνεται πολύ καλύτερα και άλλες στις οποίες τα συμπτώματα επανέρχονται.

Ο στόχος της θεραπείας δεν είναι μόνο να εξαφανιστεί κάθε αίσθηση ζάλης. Εξίσου σημαντικό είναι ο ασθενής να μπορεί να περπατά, να εργάζεται, να οδηγεί, να βγαίνει από το σπίτι και να συμμετέχει ξανά στις δραστηριότητες που είχε αρχίσει να αποφεύγει.

 

Η PPPD μπορεί να είναι ιδιαίτερα ενοχλητική, αλλά η διάγνωσή της δεν σημαίνει ότι ο ασθενής θα πρέπει να μάθει να ζει με τη ζάλη του!

Στις περισσότερες περιπτώσεις υπάρχει δυνατότητα ουσιαστικής βελτίωσης, ιδιαίτερα όταν η διάγνωση είναι σωστή και η θεραπεία προσαρμόζεται στις ανάγκες του συγκεκριμένου ανθρώπου. Η αντιμετώπιση δεν είναι ίδια για όλους. Για έναν ασθενή μπορεί να έχει μεγαλύτερη σημασία η αιθουσαία αποκατάσταση, για κάποιον άλλον η αντιμετώπιση μιας συνυπάρχουσας αιθουσαίας πάθησης, ενώ σε άλλες περιπτώσεις χρειάζεται να αντιμετωπιστούν παράλληλα ο φόβος της κίνησης, η υπερεπαγρύπνηση ή το άγχος που έχουν αναπτυχθεί γύρω από τη ζάλη.

Το ζητούμενο είναι να αποκατασταθεί σταδιακά η φυσιολογική λειτουργία του συστήματος ισορροπίας και, μαζί με αυτήν, η εμπιστοσύνη του ασθενούς στο σώμα του. Η PPPD είναι μία πραγματική και αναγνωρισμένη διαταραχή. Η σωστή διάγνωση, η επαρκής ενημέρωση και μία οργανωμένη, εξατομικευμένη θεραπευτική προσέγγιση μπορούν να κάνουν σημαντική διαφορά στην πορεία του ασθενούς.

Έχοντας πραγματοποιήσει μία εξάμηνη αποκλειστική εκπαίδευση στο εξαιρετικά εξοπλισμένο Εργαστήριο Νευροωτολογίας της Πανεπιστημιακής Κλινικής του Νοσοκομείου του Erlangen κι έχοντας αναλάβει τη επιστημονική διεύθυνση του Εργαστηρίου από το 2019, ο ιατρός διαθέτει τεράστια εμπειρία στη διαγνωστική προσέγγιση και θεραπεία των ασθενών με ίλιγγο. Σε συνεργασία με ομάδα συναδέλφων άλλων ειδικοτήτων ( οφθαλμίατρο, νευρολόγο, ορθοπεδικό, ιατρό εξειδικευμένο σε  ψυχοσωματικές παθήσεις), ο ιατρός είναι σε θέσει να επιτυγχάνει εξαιρετικά θεραπευτικά αποτελέσματα σε αυτήν την ιδιαίτερη κι απαιτητική κατηγορία νοσημάτων!

doctor-2
Κωνσταντίνος Μαντσόπουλος, M.D., M.Sc, PhD
Καθηγητής ΩΡΛ – Κεφαλής & Τραχήλου στη Γερμανία
Πιστοποιημένος εκπαιδευτής υπερηχογραφίας κεφαλής & τραχήλου 
Υποειδικότητες:

Πλαστική Χειρουργική προσώπου Φαρμακευτική ογκολογία 

Φόρμα για

Online Ιατρική εκτίμηση

Κωνσταντίνος Μαντσόπουλος